Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Σαν τα πουλια


Οι μικροι ψαραδες
κανουν μια γυρα σε καθε γειτονια
κι υστερα φευγουν.
Μαζευουν τ'αστρα απ' τους ξεχασμενους κηπους
και τα καρφιτσωνουνε για δολωμα
στις φουρτουνιασμενες θαλασσιες.

Οι μικροι ψαραδες
στεκουν πλαι στους θερινους φεγγαρους
και πανω σε βραχια υγρα
περιμενοντας.
-Κανεις δεν τους εχει διδαξει το ψαρεμα,
γι' αυτο και καποιες κυριακες
τσιμπανε χρωματα και σκουριασμενα
ποδηλατα και γιορτινα τραγουδια.
Μετα κανουν μια βουτια στ' αφρισμενα νερα
τ' ουρανου.Κι εξατμιζονται.

Μα οι μικροι ψαραδες παντα επιστρεφουν.               -23.07.2011-

Ιλιγγιώδης Άνοιξη


Αυτο το τραγουδι δεν είναι για σένα
δεν ειν' για ράγες που εχασαν τραινα
για μαδημενες τρύπιες κηλίδες
και για της νυχτας σέλη σβησμένα.

Αυτο το τραγουδι δεν ειναι γι' αλήθειες
ειναι για αισθησεις που ξέχειλες,τρύπιες
μοιάζουν με λώτα στου ονειρου τη λασπη
μοιαζουν με νυμφες σ'ελληνων τις μύθιες.

Αυτο το τραγούδι, ήδη εχεις νοήσει
όσ' άνθη κι αν κόψεις, ετούτο θ' ανθισει.            -11.10.2011-

-Ξ-


ΚΑΘΏΣ ΓΚΡΕΜΊΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΊΕΣ
αναδιπλώνονται τα παράθυρα
ξεφυσούν ανακουφισμένες οι καμινάδες
{καταθλίπτεται κι ο άη-βασίλης που θα μείνει άνεργος}
ξεγυμνώνονται τα καλώδια της ηλεκτρικής
θρυμματίζονται τα παγωμένα τζάμια
ξεπουπουλιάζονται τ'ασημοκέντητα παπλώματα
ραγίζουν οι πολυ-α-πρόσωποι σοβάδες.

Εκρήγνηνται οι λίμνες στα οριοθετημένα πάρκα
χορεύουν τα μυρμήγκια στα υπόγεια μέρη
φτερουγίζουν δίχως σχηματισμούς τα πουλιά
ξεπροβάλλουν μανιωδώς οι μεταξοσκώληκες απ'τα κουκούλια
βολτάρουν τα ξωτικά κάτω απ' τα μανιτάρια
ριζώνουν τα δέντρα στα μικρά περβάζια
τραντάζονται απ' τα γέλια οι ουρανοί.

Αναχαιτίζονται τα άτια μεγαλεπίβολων επιδρομών
δολοφονούνται εν ψυχρώ οι αρχιμανδρίτες απ' το μανδρί τους
απαγορεύεται δια νόμου ο στρατός
λύνουν το κυκλοφοριακό τα ποδήλατα
τα εκατοστίζει η αποχή
ξι-ασφαλτώνονται οι δρόμοι στα χωριά μας
καταργούνται οι ασφάλειες ζωής-αυτοκινήτου-συνειδήσεως.

Αυτοκτονούν ντουέτο η ματαιοδοξία και η μιζέρια
μοσχοβολούν στους φούρνους τα καμένα χαρτονομίσματα
φιλεύουν τα ποντίκια με τους ελέφαντες
διαβάζουν πολυσέλιδα βιβλία τ' αναλφάβητα παιδιά μας
σκουντουφλούν σε μπανανόφλουδες οι τραπεζίτες
διακινείται ελεύθερα το ψωμί στις γειτονιές
φεύγουν γι' αλλού οι ερεινύες.

Ανοίγουν ορθάνοιχτες οι πύλες των αισθήσεων
κλείνουν τα μάτια στον αχό των παραισθήσεων
χαιδεύονται τ' ανέγγιχτα βλέματα
ροδίζουν τα μάγουλα στα ερωτευμένα ασματωδεία
ηδονίζονται τα light συναισθήματα
δημιουργούνται τα σύμπαντα απ' τ' Ασήμαντα,
τραγουδούμε ξανά.

καθώς γκρεμίζονται οι πολυκατοικίες,χτίζεται απ'αρχής η ζωή μας-κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα κατάματα.                                            -20.10.2011-

~.Α(οι)κτή.~


Τα παιδιά που κρυβονται πίσω απ'τα πυκνα τα βλέφαρα
και τις κόκκινες τις μυτες.

Αυτά,σου λεω, να ρωτησεις
  πώς μοιαζει ο ουρανός όταν καίγεται
  και δε φτάνεις πια το άπειρο,γιατι το κελί σου ειν' όλο στάχτη.
  πώς μοιαζουν οι αναθυμιάσεις των παραισθήσεων
  όταν ντύνονται Ζωή..

Ύστερα ρώτα 
-ποιο χρώμα ειναι ο πόνος.
-ένα ουρανιο τόξο.
 ξ απλώνει γύρω απ'τους ενοίοτε ανθρώπους
 και τραγουδάει σα χαρούμενο κοράκι..      __κρα.

-κ' η ευτυχία;
-η ευτυχία θα'χε το χρώμα που παίρνει  
η αγκαλιά στο τέρμα του δυαδρόμου,όταν φωτίζεται απ'τη νύχτα..
...Εκείνο το λαμπερό σκοταδι..!"


                                                                          ...ειν'ενα παιδι,
                                                                   Στο  ενα ματι κρατά δυο χαραγμένες ρυτιδες
                                                                   και στ'άλλο ζητάει να του χαρίσω ένα λαμπερό σκοτάδι.
                                                                  .όμως,άμα τα χερια μου δε φτάνουν;_
                                                                  ,ίσως το χρώμα τους δε μοιαζει με τη νύχτα. ***

..Ήταν εκεινο το παιδί,που όλο χόρευε στο φλεγόμενο ουρανό του..        .                          -8,9-1-2012-

στην Ξ.


Οταν κάποιο βράδυ σε ξυπνησει η απότομη κραυγή σου (*)
που θα κυλα στους μαυρους κυκλους 
των νεκρων σου ματιων,θα
Ξερεις.

Η ψυχη σου ειναι πια ετοιμη να τη φτύσεις
να τη ξερασεις μακρυα.
αγωνία_
θα βρει το δρομο,
πού αλλου να παει,ετσι κουτσαινοντας-

Ετσι κουλουριασμενη οπως θα 'ναι
μπλεγμενη μες στα πλαστικα δαχτυλα της,
θα κυλησει στο δρομο του φωτός.
ώσπου επιτελους να καεί.

Να ευωδιάσει η πόλη καυσαέριο.                     -31,01,12-

~ε{α}ρωτας


στις ομορφες αυλές
τα στενα παραθυρα
κοιτουνε την Ανοιξη με ματια βρεγμενα
πενθιμα γαντζωμενα
στα τζαμια τα φυλλα τους
κιτρινοκοκκινα
αποκοσμα θολωματα
επαναλαμβανομενες εκδορες ολη τη νυχτα

ανθιζει ο δρομος και νοθευει υποχθονια τον οριζωντα

η εναστρωση(*) θα-μενει
στους γοερους αντικατοπτρισμους
'ειδωλα θολα και δολια

ποτε θ'αναδυθειτε ουρλιαζοντας υστερικα
μεσ' απ' τον κηπο μου;
παθιασμενα να εξατμιστειτε
κι υστερα σαν μαιανδροι απο δροσοσταλιδες
να ξαποστασετε {σ}το πλατυσκαλο της παλαμης μου;
σαν φαυλο εαρ(*).                                                             -15.03.2012-