Εχω βαρεθει να αναπνεω τον αερα σου
Σιχαθηκα τη μολυσμενη ανασα σου.
Εισπνέεις ανθρωπους που δεν εχουν αλλη επιλογη (δεν εχουμε?) απο το να υποταχθουν στην αρρωστημενη λαιμαργια σου, και εκπνέεις ψυχρες βιομηχανιες, κοκκινωπα τουβλα σε αιματοβαμμενα εργοστασια. Στοιβαγμενες σαρκες στο λιμανι για εξαγωγη. Και οι συνηθεις υποπτοι, υπαιτιοι. Με την επομενη αυγη, θα δειχνεις περιφρονητικα τα νεκρα σωματα που θα περιφερονται στα νεκροταφια της πολης σου. “Βιασου .το πλοιο της γραμμης θα αποπλεύσει οπου να’σαι και δεν θα προλαβεις να φορτωσεις-“ ---
Κι ετσι τα μεγαλα καραβια –αυτα που ειναι πια τοσο ισχυρα, που ουτε καν φουρτουνες δεν συναντουν στο διαβα τους- αναχωρουν. Δεν ξερω ομως,κατα ποσο θα αποτελεσει προβλημα το γεγονος οτι στερεψαμ’ απο θαλασσα(!). Μόν΄ο ουρανος μας εμεινε, κι αυτος, ανημπορος. Μοιαζει πια με αποπνικτικο νάιλον σακουλακι που ειν’ έτοιμο να δεθει κομπο και να μας κλεισει μες την ασφυξιά μας.
Θα ανεβω ξανα στις μικρες σχεδίες, κείνες που είχαν μόνη τους εγνοια το ταξιδι. Τι να το κανεις ρε αδερφε το υπερωκεανιο, αμα δε νοιωθεις τα απροβλεπτα κυματα στο λαιμο σου. Αμα δεν καιγεσαι να επιβιωσεις και δε νοσταλγεις τ’άγονα? Τετοια που τα χεις καταντησει τα ταξιδια σου, γι’ αυτο δε βρισκεις πλεον ξεχασμενους χαρτες. Τα κρυμμενα χρυσαφια,φιλε, ειναι για κεινους που δε φοβουνται να βυθιστουν στην αμμο και να σκαψουν με τα χερια τους. Δεν ειν’ γι’ αυτους που κοιταν τον πατο αφ’ υψηλού, απ’ το μαρμαρινο μπαλκονακι του πλοιου. Αυτοι το μονο που θα βρουν, θα’ν’ ο πατος του βυθου, οταν με το πρωτο κουνημα, πεσουν απ ‘το μπαλκονακι τους...
*Η τοτε θαλασσα, γονατιζει μπροστα στις Οξινες Βροχες και στα Νεφη καθως Ξεψυχά Άνυδρη.*
19-20.05.2011