Η Ελένη κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα, εκεί στο μικρό μπαλκόνι με τα στριφογυριστά κάγκελα, και παρατηρεί επίμονα τον ουρανό...
Κόκκινος ο ουρανός. Κι ο ήλιος κόκκινος -που κάηκ' απ' τη ζέστη-
μοιάζει με το καφάσι φράουλες που κουβαλά ο Μανώλης.
Κίτρινος ο ουρανός. Και τα φύλλα κίτρινα,
τα πιτσίλισε η Ίλδα όταν ζωγράφιζε λεμονιές στον κήπο της.
Πράσινος ο ουρανός. Κι η καρδιά μου πράσινη,
άνθισε με τ' αργοπορημένα πρωτοβρόχια του Μάη.
... -Γιάννη, τι χρώμα έχει τελικά ο ουρανός;
-Το χρώμα στον ουρανό σου, Λενιώ, εσύ το δίνεις.
Γι' αυτό κι υπάρχουν ουρανοί άχρωμοι. Διάφανοι.
Είν' εκείνων που ζουν πεθαίνοντας. Εκείνων που
δεν κάθονται με υπομονή στην πολυθρόνα, να
παρατηρήσουν τον ουρανό, και δε θα μάθουν
ποτέ τι χρώμα έχει. -02.06.2011-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου